Η συζήτηση γύρω από το «δικαίωμα άρνησης» στο αλκοτέστ επανέρχεται συχνά, ιδίως μετά την εφαρμογή του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Πολλοί οδηγοί θεωρούν ότι η άρνηση αποτελεί νόμιμη επιλογή που τους προστατεύει, όμως η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική και σίγουρα πιο αυστηρή απ’ όσο πιστεύουν. Στην καθημερινή οδήγηση, το σενάριο είναι γνωστό: μπλόκο της Τροχαίας, ο τροχονόμος σε σταματά και ζητά έλεγχο αλκοόλης. Εκείνη τη στιγμή αρκετοί οδηγοί αναρωτιούνται: «Μπορώ να το αρνηθώ;»
Η απάντηση έχει δύο σκέλη: ναι, μπορείς, αλλά το τίμημα είναι εξαιρετικά βαρύ.
Το νομικό πλαίσιο: Τι προστατεύεται και τι όχι
Το Σύνταγμα διασφαλίζει την προσωπική σου ακεραιότητα και απαγορεύει την επιβολή ιατρικών πράξεων χωρίς συναίνεση. Θεωρητικά, λοιπόν, κανείς δεν μπορεί να σε αναγκάσει να φυσήξεις στο αλκοολόμετρο ή να δώσεις αίμα. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η άρνηση είναι «ακίνδυνη». Αντίθετα, ο νομοθέτης έχει το δικαίωμα να θεσπίζει κυρώσεις για την άρνηση ελέγχου, αρκεί αυτές να προβλέπονται ξεκάθαρα από τον νόμο. Αυτό ακριβώς έκανε ο νέος ΚΟΚ, ενσωματώνοντας ρητή διάταξη που… αλλάζει τα δεδομένα.
Τι αλλάζει ο Νόμος 5209/2025
Ο νέος ΚΟΚ εισάγει μια από τις πιο αυστηρές προβλέψεις που έχουν εφαρμοστεί ποτέ στη χώρα μας για τη μέθη. Σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 6, όποιος οδηγός αρνείται έλεγχο αλκοόλης θεωρείται αυτόματα ότι έχει συγκέντρωση 1,10 g/l στο αίμα, που είναι το υψηλότερο επίπεδο που προβλέπει ο ΚΟΚ. Με απλά λόγια, η άρνηση ισοδυναμεί με την πιο επιβαρυμένη κατηγορία μέθης, σαν να είσαι ήδη πάνω από το όριο που χαρακτηρίζει τον οδηγό «σε βαριά υπερένταση λόγω αλκοόλ». Δεν έχει σημασία αν είσαι νηφάλιος, ο νόμος σε θεωρεί μεθυσμένο εξ ορισμού.
Ποιες είναι οι κυρώσεις αν αρνηθείς αλκοτέστ
Αρνούμενος τον έλεγχο, ενεργοποιείς αυτόματα τις ποινές του ανώτατου επιπέδου μέθης. Οι συνέπειες περιλαμβάνουν:
-
1. Χρηματικό πρόστιμο 1.200 ευρώ
-
2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης και πινακίδων για έξι μήνες
-
3. Ακινητοποίηση του οχήματος
-
4. Ποινική δίωξη, με ελάχιστη ποινή φυλάκισης δύο μηνών
-
5. Οριστική αφαίρεση άδειας σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης εντός πενταετίας
Ουσιαστικά, ο οδηγός που αρνείται τον έλεγχο αντιμετωπίζεται (και τιμωρείται) σαν να είχε επιβεβαιωθεί ότι οδηγεί βαριά μεθυσμένος.
Τι γίνεται με τον δικηγόρο;
Ναι, μπορείς να ζητήσεις συνδρομή δικηγόρου. Όμως η Τροχαία δεν υποχρεούται να περιμένει την άφιξή του. Ο έλεγχος αλκοόλης θεωρείται διοικητική πράξη, όχι ανακριτική διαδικασία και αν καθυστερήσεις ή αρνηθείς μέχρι να έρθει ο δικηγόρος, η άρνηση καταγράφεται κανονικά.
Με απλά λόγια: ο δικηγόρος μπορεί να βοηθήσει μετά, όχι για να εμποδίσει τον έλεγχο.
Η θέση των δικαστηρίων πριν και μετά τον νέο ΚΟΚ
Ακόμη και πριν θεσπιστεί η νέα διάταξη, τα ελληνικά δικαστήρια είχαν σταθερή άποψη: η άρνηση αλκοτέστ θεωρείται ένδειξη σοβαρής μέθης. Αποφάσεις όπως αυτή του Αρείου Πάγου (1363/2014) έκριναν ότι ο οδηγός που δεν συνεργάζεται υποδηλώνει ενοχή. Ο νέος ΚΟΚ λοιπόν δεν «αλλάζει» κάτι, απλώς μεταφέρει στη νομοθεσία μια ερμηνεία που ήδη εφαρμοζόταν στην πράξη.
Συμπέρασμα
Η άρνηση δεν είναι μέσο διαφυγής και σίγουρα δεν αποτελεί «έξυπνη λύση». Η έξυπνη λύση είναι να μην πιείς όταν πρέπει να οδηγήσεις. Αν αρνηθείς το αλκοτέστ σίγουρα δεν θα έχεις ελαφρύτερη μεταχείριση, αντιθέτως, είναι η επιλογή που ενεργοποιεί τις σκληρότερες δυνατές ποινές, ανεξάρτητα από το αν έχεις πιει ή όχι. Με λίγα λόγια, ο νέος ΚΟΚ δίνει ένα σαφές μήνυμα: Το αλκοτέστ είναι υποχρεωτικό στην πράξη, μόνο η φυσική συμμετοχή είναι προαιρετική. Οι συνέπειες όχι.